σεμνότυφος

σεμνότυφος
η , ο [ος , ον ] скромничающий, притворяющийся скромным; ханжеский, свойственный ханже

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "σεμνότυφος" в других словарях:

  • σεμνότυφος — η, ο, Ν αυτός που επιδεικνύει προσποιητή σεμνότητα και σοβαρότητα, που προσποιείται ότι είναι σεμνός και σοβαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεμνός + τῦφος «αλαζονεία». Η λ. μαρτυρείται από το 1864 στον Ι. Δ. Βρατσάνο] …   Dictionary of Greek

  • σεμνότυφος — η, ο αυτός που δείχνει ψεύτικη σεμνότητα: Σεμνότυφη γυναίκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»